Σάββατο, 21 Μαρτίου 2015

Κοινωνική οδύνη

          Ας αρχίσουμε με μια θεώρηση: Ο άνθρωπος κινείται, σύμφωνα με το τι του προκαλεί λιγότερη οδύνη.

          Κάποιος μπορεί να πεινάει, και να κλέψει από κάποιον άλλον που πεινάει το φαγητό του, διότι το να πεινάει είναι περισσότερο δυσβάστακτο, από τις ενοχές που θα νιώσει, ως υπαίτιος για την πείνα κάποιου άλλου. Κάποιος επίσης, θα προτιμήσει να δώσει το φαγητό του ενώ πεινάει, σε κάποιον άλλον που πεινάει, γιατί το να τον βλέπει να πεινάει, είναι πιο οδυνηρό από την ίδια την πείνα. Όλα καλά μέχρι εδώ, νομίζω ότι τα έχουνε πει και άλλοι πριν από μένα. Δεν ξέρω αν το χουν πράξει βέβαια.

          Ένα άτομο υπάρχει μέσα στο κοινωνικό χάος, διότι έξω από αυτό νιώθει την οδύνη της μοναξιάς. Οπότε επιλέγει το λιγότερο οδυνηρό, να ανεχτεί το κοινωνικό σύνολο. Προσπαθώντας να συνδιαμορφώσεις βγάζοντας ένα κοινωνικό αποτέλεσμα, αλλά παράλληλα να κρατήσεις την ατομικότητα σου, φαντάζει απίστευτα ψυχοφθόρο και οδυνηρό, αρκετά οδυνηρό ώστε να τίθεται υπό αμφισβήτηση, το πόσο οδυνηρή είναι η μοναξιά εντέλει. Για κάποιους, φαντάζει λογικό το να τρως τις παθογένειες του καθενός, και το ονομάζουν συμβίωση, συναίνεση, συμπόρευση και όχι καταπίεση, υποταγή, εξουσία. Μάλλον θα διαφωνήσω.

          Η άρχουσα λογική, δεν είναι προνόμιο της κυρίαρχης τάξης. Οι άρχουσες λογικές, απορρέουν από κοινές άτυπες παραδοχές, μεταξύ του κοινωνικού συνόλου. Οποιαδήποτε παρεκκλίνουσα συμπεριφορά, διαφοροποιείται από την κοινή λογική, άρα συγκρούεται, αφού οποιαδήποτε μορφή κυριαρχίας επιβάλει, δεν συνδιαμορφώνει. Τελικά, οι παρεκκλίνοντες λιντσάρονται και απομονώνονται. Είτε αυτό, είναι το να καπνίζεις σε κλειστό χώρο με αντι-καπνιστές, είτε να ζητάς να μην καπνίζουν σε κλειστό χώρο μαζί σου καπνιστές. Είναι άρρωστο, το ότι για κάποιους φαντάζει τόσο εκτός πραγματικότητας το να μην υποτάζονται στα πάθη τους. Ένα εξεγερμένο άτομο δεν μπορεί να έχει κανέναν εθισμό, γιατί πρώτα εξεγείρεται ενάντια στα πάθη του.

          Διακρίνω παντού κοινωνικά συμβόλαια, από την πιο ολοκληρωτική, εως την πιο ελευθεριακή τάση. Κάθε φορά που σκέφτομαι την κοινωνία και την σχέση του ατόμου με αυτήν, σκέφτομαι έναν γεωργό που κλαδεύει τα στάχυα στο χωράφι του, ώστε κανένα να μην είναι μεγαλύτερο, κανένα να μην προεξέχει. Όλα μια ευθεία γραμμή. Το σύνολο, συνεχίζει χυδαία να πατάει πάνω στο άτομο, σε οποιαδήποτε κοινωνική διάδραση έχω υπάρξει παρατηρητής.

          Καταλήγω ότι, ο μόνος τρόπος ένα άτομο να μπορέσει να χωρέσει σε ένα σύνολο, είναι να δημιουργήσει ένα σύνολο, με άλλα παρόμοια εγώ, με κοινές επιθυμίες και αρνήσεις. Δεν αναγνωρίζω ως λύση τον συμβιβασμό και την συναίνεση, αντιπροτείνω την διάσπαση, την σύγκρουση και την διάχυση των ατόμων και των ιδεών. Θα βρω την αλήθεια μου σύντομα. Μέχρι τότε, θα συνεχίσω να μισώ την κοινωνία και τον κόσμο γενικότερα.

Τρίτη, 10 Μαρτίου 2015

Μια τσάντα μανταρίνια

*Ψάχνω καλούς ανθρώπους είπα, κι όμως δεν δέχτηκε τα μανταρίνια που της χάρισα.

          Πεινάω, αλλά δεν έχω λεφτά πάνω μου να πάρω κάτι. Θα ήθελα κάτι από φούρνο, αλλά τελευταία δεν την βγάζω και εύκολα. Το σπίτι που μένω απέχει αρκετά για να φτιάξω κάτι να φάω, μιας και το φαγητό απέξω, δεν είναι στις πολυτέλειες μου. Συνήθως τα περισσότερα μαγαζιά, πετάνε ένα σορό πράγματα που δεν είναι αρκετά φρέσκα για να τα αγοράσει κάποιος. Μια λύση θα ήτανε να ζητήσω από κάποιο φούρνο, αν έχει κάτι να μου δώσει. Όποιος μου δώσει κάτι, θα του δώσω μια τσάντα μανταρίνια που πήρα από την λαϊκή. Ίσως να βρω έναν άνθρωπο. Προφανώς και κοστίζει παραπάνω, αλλά το θέμα δεν ήταν ποτέ τα λεφτά, τα λεφτά είναι απλά ένα μέσο. Έτσι, πήρα τους φούρνους με την σειρά.

- Καλησπέρα.
- Καλησπέρα, τι θα θέλατε;
- Ήθελα να ρωτήσω αν έχετε κάτι που δεν θα θέλατε για να φάω;
- Όχι!
- Δεν πειράζει να είσαι καλά. Γεια σου.

- Καλησπέρα
- Παρακαλώ;
- Μήπως έχετε κάτι για πέταμα, που δεν θα θέλατε για να το πάρω;
- Εε όχι, δυστυχώς.
- ΟΚ, ευχαριστώ πάντως. Γεια σου.
- Γεια σας.

- Καλησπέρα.
- Πείτε μου...
- Έχετε κάτι μπαγιάτικο που δεν θα θέλατε να μου το δώσετε;
- Εερμμ, όχι..
- ΟΚ, ευχαριστώ πάντως, καλή συνέχεια.
- ... εεε, περίμενε...

          Μου έδωσε δυο τυλιγμένες πάστες στο χέρι μου. Της είπα ευχαριστώ και έφυγα. Γύρισα μετά από πέντε λεπτά με μια τσάντα μανταρίνια τα άφησα στο πάγκο και της είπα βιαστικά, "Ψάχνω καλούς ανθρώπους" και έφυγα. Βγήκα στο δρόμο, κι όπως περπάταγα την είδα να τρέχει πίσω μου με την τσάντα.

- Περίμενε.... Θα βρεις πολλούς ανθρώπους πιο πάνω που δεν έχουν να φάνε και τα έχουν πραγματική ανάγκη.
- Δηλαδή, εσύ δεν τα θέλεις;
- Όχι, να τα δώσεις σε κάποιον πιο πάνω.

          Όπως προχώραγα στην Πατησίων, βρήκα μια εξαθλιωμένη γιαγιά που έψαχνε στα σκουπίδια για να βρει κάτι, και της έδωσα την τσάντα με τα μανταρίνια. Την επόμενη βδομάδα, ίδια μέρα, ίδια ώρα, η κοπέλα στο φούρνο βρήκε δυο τσάντες μανταρίνια και ένα σημείωμα.

- Ήταν οι πιο νόστιμες πάστες που έχω φάει. Ευχαριστώ.